Ο λόγος που έγραψα την ομολογία μου είναι διότι πιστεύω ότι ζούμε τις τελευταίες ημέρες πριν τον ερχομό του Χριστού.
Η σημερινή άγνοια, όμως, παγκόσμια, θα βρει τον κόσμο, όπως και τους Έλληνες, απροετοίμαστους.
Αποκάλυψη 1:7, “Προσέξτε, έρχεται μαζί με τα σύννεφα, και θα Τον δει κάθε μάτι, και εκείνοι που Τον λόγχισαν· και θα θρηνήσουν με την παρουσία Του όλες οι φυλές της γης· ναι, αμήν».
Αυτά λέει ο Λόγος του Θεού. Όμως, δεν χρειάζεται νάσαι κι εσύ στην κατηγορία αυτών που θρηνούν.
Το τι μου συνέβηκε, όσο απίστευτο κι αν είναι, πίστεψε το γιατί είναι αλήθεια.
Παρόλο που κανένας δεν ξέρει την ώρα του τέλους, εντούτοις όλοι πρέπει να ξέρουμε τα σημεία των τελευταίων ημερών που ζούμε.
Αυτά που βλέπουμε στο Ισραήλ, Συρία κλπ δεν είναι πολιτικά, είναι ΒΙΒΛΙΚΑ.
Θα αρχίσω από την τουρκική εισβολή του 1974 που τουλάχιστον 4 παιδιά από την γειτονιά μου ήταν αγνοούμενοι.
Τελικά, βρήκαν το DNA ορισμένων σε ομαδικούς τάφους.
Ήδη παίρναμε ελαφρά ναρκωτικά με την παρέα τότε, ο πόλεμος, όμως, δίχως να το καταλάβουμε, ίσως να μας επηρέασε περισσότερο απ’ ό,τι νομίζαμε. Είχαμε την εντύπωση ότι έλεγχαμε τα ναρκωτικά, ενώ στην πραγματικότητα αυτά έλεγχαν εμάς.
Τελείωσα τον στρατό το 1977 κι έφυγα για Ελλάδα έτοιμος για τον αγώνα της επιβίωσης. Εκεί έγινα υπεύθυνος σε ένα μπαράκι στην Πλάκα, στην Αθήνα, με κορίτσια που δούλευαν με ποσοστά.
Όλοι σχεδόν οι μαγαζάτορες εκεί πλήρωναν την ασφάλεια για προστασία. Δεν το θεώρησα αναγκαίο, μέχρι που ένα βράδυ μου είπαν ότι η αστυνομία ερευνούσε το διαμέρισμα μου για ναρκωτικά.
Έδωσα τα κλειδιά σε μια από τις κοπέλες του μπαρ κι έφυγα με λεωφορείο για Αγγλία με κάτι φίλους.
Μετά από 3 μέρες ταξίδι φτάσαμε στο Ντόβερ όπου μας μαυροπινάκισαν και μας έβαλαν φυλακή. Μας έστειλαν πίσω στο Οστέντ στο Βέλγιο, όπου μπλεχτήκαμε σε λαθρεμπόριο ναρκωτικών.
Τελικά, συνέλαβαν τους 2 οδηγούς με τα ναρκωτικά στο τελωνείο του Ντόβερ κι η επιχείρηση έκλεισε.
Εν τω μεταξύ έκανα αίτηση για βίζα κι η αγγλική πρεσβεία στο Βέλγιο με δέχτηκε. Πήγα Αγγλία αποφασισμένος να αλλάξω ζωή.
Όπως λένε, όμως, εσύ μπορείς να βγεις από τον κακό δρόμο, ο δρόμος όμως δεν βγαίνει από μέσα σου, εκτός φυσικά αν δεχτείς τον Χριστό που είναι ο μόνος σωστός δρόμος.
Δεν το ήξερα αυτό μέχρι αργότερα που μετανόησα.
Στο Λονδίνο παντρεύτηκα κι έκανα 3 παιδιά.
Άρχισα με 2 μαγαζιά υποδημάτων και κατέληξα σε 8, με 2 καλούς μου φίλους, που μας άφηναν περίπου £25.000 την εβδομάδα!
Η επιτυχία μου, όμως, ήταν κι η καταστροφή μου.
Άρχισα τη νυχτερινή ζωή στα καλύτερα κλαπ του Λονδίνου. Εκεί μπήκα κι εγώ στη γραμμή με την αφρόκρεμα, έξω από τις τουαλέτες σειρά, για να κάνουμε κοκαΐνη.
Οι Ιρανοί φίλοι μου με σύστησαν στο όπιο και μετά στην ηρωΐνη. Ξυπνούσα τα πρωινά σε ξενοδοχεία με διαφορετικές γυναίκες κι ο γάμος μου φυσικά τελείωσε.
Κατέληξα να ζω με μια αγγλίδα που ήρθε από την Αμερική.
Όταν κατάλαβα το πρόβλημα μου με τα ναρκωτικά, η λύση του γιατρού ήταν η μεθαδόνη, δηλαδή, από το παράνομο στο νόμιμο ναρκωτικό! Όταν προσπάθησα να σταματήσω τη μεθαδόνη, άρχισα να πίνω περισσότερο κι έγινα όχι μόνο ναρκομανής αλλά κι αλκοολικός.
Άρχισα να νιώθω ενοχές για τη ζωή που έκανα και ευχόμουν, ή προσευχόμουν δίχως να το ξέρω, να μπορούσα να την αλλάξω.
Παρόλα αυτά, όμως, δεν μπορούσα να αλλάξω. Εν τω μεταξύ τα λεφτά έρχονταν από τις εισπράξεις καθημερινά και μαζί τους κι οι έμποροι ναρκωτικών.
Η μόνη λύση ήταν να φύγουμε για Κύπρο, που δεν μπορούσαμε να βρούμε σκληρά ναρκωτικά.
Ο Θεός είχε άλλο σχέδιο!
Πήγαμε στο αεροδρόμιο και βάλαμε τις βαλίτσες μέσα έτοιμοι να μπούμε στο αεροπλάνο σχεδόν. Δεν θυμάμαι γιατί λογομαχήσαμε, θύμωσα όμως κι άφησα την κοπέλα μου εκεί κι έφυγα. Αυτή νομιζόμενη ότι πήγα στο αεροπλάνο μπήκε μέσα και κατέληξε στην Κύπρο μόνη.
Εγώ πήγα σε ένα ξενοδοχείο στο Κουίνσγουεϋ κι άρχισα να σπαταλώ τα λεφτά άσκοπα. Π.χ. έβαζα στο κουτί για έρανο στην μπυραρία £50. Άφηνα πολλά χαρτονομίσματα στο τραπέζι σκόπιμα και πήγαινα τουαλέτα ξεπίτηδες για να μου τα κλέψουν. Τελείωσαν τα λεφτά κι ήταν ξημερώματα σχεδόν κι έκανε κρύο.
Πήρα ένα ταξί για να ζεσταθώ και του είπα να με πάει στο Έντμοντον που ήταν μακριά. Πραγματικά ζεστάθηκα μέσα στο ταξί, αλλά τώρα δεν είχα λεφτά να πληρώσω τον οδηγό. Του είπα να σταματήσει έξω από τον αστυνομικό σταθμό και μπήκα μέσα.
Ζήτησα από τον αστυνομικό υπηρεσίας να με δανείσει για να πληρώσω το ταξί. Αφού αυτός γέλασε κοροϊδευτικά, είδα ότι ο ταξιτζής το έσκασε, λες κι ήταν αυτός ο εγκληματίας αντί εγώ. Ήταν ζεστασιά στον σταθμό και κάθισα κοιτάζοντας έξω μέχρι να ξημερώσει.
Εδώ πρέπει να πω ότι ποτέ δεν είχα διαβάσει την Αγία Γραφή, ούτε είχα ακούσει κανένα κήρυγμα στη ζωή μου.
Ενώ καθόμουν στον σταθμό κι άρχισε να ξημερώνει, είδα απέναντι ένα αυτοκίνητο δίχως οδηγό, με τον μόνο επιβάτη μια κοπέλα στην πίσω θέση κατατρομαγμένη. Σίγουρα το αυτοκίνητο θα συγκρουόταν κι όμως πάρκαρε μόνο του, λες κι ήταν τηλεκατευθυνόμενο.
Ενώ κάθομαι στον σταθμό ακόμα και διερωτούμαι τι είχε γίνει, αρχίζουν να μπαίνουν πολύ ταραγμένοι οι αστυνομικοί για καθήκον. Άλλοι λες κι ήταν έτοιμοι για πόλεμο κι άλλοι με μάτια βουρκωμένα σχεδόν κλαίγοντας σαν να είχαν χάσει κάποιο αγαπημένο πρόσωπο εκείνη την ημέρα.
Κάποιος απ’ αυτούς άναψε το ραδιόφωνο πίσω μου και μαζεύτηκαν όλοι σχεδόν γύρω του. Το μόνο που αυτό έλεγε επανειλημμένα, ήταν ότι εξαφανίστηκε ένας μεγάλος πληθυσμός από τη γη. Παρόλο που η αστυνομία δεν χρησιμοποιούσε όπλα, εντούτοις όλοι έβγαιναν από τον σταθμό οπλισμένοι.
Άρχισα να σκέφτομαι γεμάτος ανησυχία, μήπως και τα παιδιά μου που ήταν μικρά εξαφανίστηκαν. Σηκώθηκα και βγήκα έξω από τον σταθμό, που κυριολεκτικά γινόταν χαμός.
Τα κόκκινα λεωφορεία κι αυτοκίνητα ήταν σταματημένα στη μέση του δρόμου. Κανένας δεν μπορούσε να ξεκινήσει το όχημα του, ό,τι και να ήταν. Έκανε τον συνηθισμένο θόρυβο το στάρτερ, η μηχανή όμως δεν ξεκινούσε. Λες κι όλες οι μηχανές είχαν σταματήσει να δουλεύουν.
Οι άνθρωποι έτρεχαν σαν τρελοί και τα σκυλιά γαύγιζαν ανυπάκοα στους ιδιοκτήτες τους. Είδα μια κυρία να σπρώχνει ένα καροτσάκι και κοίταξα να δω το μωρό, μέσα όμως είχε ψώνια. Αυτό το λέω, διότι θυμάμαι ότι σε ολόκληρη την εμπειρία μου δεν είχα δει παιδιά πουθενά. Ο Θεός μου επέτρεψε να δω την Αρπαγή της Εκκλησίας, προτού γίνει (Α Θεσσαλονικείς 4:13-18, Λουκάς 17:34-37).
Με είχε κυριαρχήσει ο φόβος κι η θλίψη. Αποφάσισα να πάω σε κάποιο φίλο μου για να μην είμαι μόνος. Άρχισα να περπατώ και να τρέχω την ίδια ώρα. Κανένα όχημα δεν κινόταν στους δρόμους του Λονδίνου. Ήταν όμως κυριολεκτικά ένα χάος.
Οι άνθρωποι στους δρόμους άδικα προσπαθούσαν να μάθουν ο ένας απ’ τον άλλο τι έγινε. Εγώ, όμως, ήξερα τώρα για κάποιο λόγο, ότι ήρθε η ώρα μου να πάω κόλαση.
Έφτασα μετά από αρκετή ώρα στο διαμέρισμα του φίλου μου. Βγήκα τη σκάλα κι άρχισα να κτυπώ την πόρτα δυνατά. Καμιά απάντηση. Απελπισμένος κάθισα στα σκαλιά έξω από το διαμέρισμα κι άρχισα να κλαίω. Το μόνο που ήθελα ήταν να με συγχωρέσει ο Θεός προτού πάω κόλαση. Δεν ήξερα ότι η συγχώρεση μπορεί να με σώσει, διότι ποτέ δεν κατάλαβα το έργο του σταυρού.
Γι’ αυτό και προσευχόμουν στη μητέρα του Χριστού πάντοτε. Αυτή τη φορά, όμως, ήξερα ότι είχα να κάνω με τον Θεό. Κλαίγοντας και μετανοημενα είπα: «Πατέρα, συγχώρεσε με για όλα όσα έκανα, προτού πάω κόλαση».
Σκούπισα τα δάκρυα μου και κατέβηκα τα σκαλιά. Έξω όλα είχαν επιστρέψει στον κανονικό τους ρυθμό λες και δεν έγινε τίποτα.
Η Αγία Γραφη φυσικά, εγγυάται ότι η Αρπαγή της Εκκλησιάς (Α Θεσσαλονικείς 4:13-18, Λουκάς 17:34-37) θα γίνει, και πολύ σύντομα μάλιστα.
Επειδή δεν ήξερα για την Αρπαγή, αποφάσισα ότι χρειαζόμουν ιατρική βοήθεια. Πήγα στο ψυχιατρείο του νοσοκομείου Τσέϊς φαρμ, αντί όμως για βοήθεια με κράτησαν μέσα και με ανάγκασαν να παίρνω χάπια για σχιζοφρένεια.
Έμεινα εκεί για 11 ημέρες που για μένα ήταν σαν 11 χρόνια.
Δεν ξέρω γιατί δεν με άφηναν να φύγω, εκτός που αν κάποιος υπόγραφε ως εγγυητής. Αναγκαστικά γι’ αυτό, ήρθαν οι γονείς μου από την Κύπρο, υπέγραψαν και φύγαμε.
Πήγαμε Κύπρο, συγκεκριμένα στη Λευκωσία όπου βρισκόταν η οικογένεια μου. Όλη η οικογένεια μου νοιάζεται, όπως κι εγώ γι’ αυτούς. Είμαι 67 χρονών, αλλά είμαι το μωρό, διότι είμαι ο πιο μικρός και το μαύρο πρόβατο της οικογένειας. Το χρώμα, όμως, δεν με ενοχλεί, φτάνει που ανήκω στα πρόβατα κι όχι στα γίδια.
Η αδελφή μου που δούλευε στο Γενικό Νοσοκομείο μου μίλησε για το κέντρο αποτοξίνωσης ΘΕΜΕΑ (Θεραπευτική Μονάδα Εξαρτημένων Ατόμων). Επειδή χρειαζόμουν ακόμα ναρκωτικά, και όταν δεν έπινα, τα χέρια μου έτρεμαν, αποφάσισα να δεχτώ τη συμβουλή της.
Αρχίσαμε από τον ψυχίατρο, ο οποίος μου είπε να σταματήσω τα χάπια της σχιζοφρένειας για να κάνει δική του διάγνωση.
Μετά από μια εβδομάδα, μου είπε να πετάξω τα χάπια, γιατί δεν ήμουν ποτέ σχιζοφρενής και δεν ήξερε γιατί μου τα έδωσαν στην Αγγλία. Εγώ, όμως, ξέρω γιατί. Αν πεις ότι μιλάς στον Θεό κανένα πρόβλημα, σημαίνει ότι προσεύχεσαι, αν πεις, όμως, ότι σου μιλά ο Θεός σημαίνει ότι τρελάθηκες. Λες και Αυτός που έπλασε το στόμα δεν μπορεί να μιλήσει.
Ήταν σχεδόν Χριστούγεννα του 1993 και ο ψυχίατρος μου είπε να μπω στο πρόγραμμα στις 3 Ιανουαρίου του 1994, ίσως για μήνες. Δεν είμαι σίγουρος αν ήταν 25 ή 26 Δεκεμβρίου, αλλά βρέθηκα κάποια φάση μόνος στο σαλόνι της αδερφής μου.
Άρχισα να σκέφτομαι και ήταν λες κι οι αμαρτίες μου με έπνιγαν. Έτρεξα στην τουαλέτα κι άρχισα να κλαίω. Το μόνο που μπορούσα να πω επανειλημμένα ήταν, «Θεέ μου, συγχώρα με». Και όπως είπε ο Κύριος στο κατά Ιωάννη 6:37: «Κάθε τι που μου δίνει ο Πατέρας, θάρθει σε Μένα· και εκείνον που έρχεται σε Μένα, δεν θα τον βγάλω έξω».
Έτσι κι έγινε. Με συγχώρεσε ο Κύριος, η απόδειξη όμως ήρθε στις 6 Ιανουαρίου. Μπήκα στο κέντρο ΘΕΜΕΑ όπως υποσχέθηκα στις 3 Ιανουαρίου.
Τρεις μέρες μετά, 7 περίπου το πρωί, η φωνή του Θεού με τράνταξε ολόκληρο με δύο λέξεις: "ΣΗΚΩ ΕΠΑΝΩ". Προτού το καταλάβω, το σώμα μου, χωρίς καμιά δική μου προσπάθεια, βρέθηκε καθιστό από μόνο του στην άκρη του κρεβατιού.
Το στόμα μου, πάλι από μόνο του κι αυτό, άρχισε να λέει το "Πιστεύω σ’ έναν Θεό Πατέρα Παντοκράτορα..." κι ο Κύριος είπε πιο γρήγορα. Το στόμα μου υπάκουγε λες και δεν ήταν δικό μου. Πάλι είπε πιο γρήγορα.
Τώρα ιδέα δεν έχω τι έλεγε το στόμα μου γιατί μιλούσε τόσο γρήγορα που τα μισά λόγια χάνονταν. Κατευθείαν θυμήθηκα ότι στο παρελθόν προτού κοιμηθώ, μεθυσμένος συνήθως, έτσι ακριβώς έλεγα «το Πάτερ ημών», σε λιγότερο ίσως από 10 δευτερόλεπτα. Δεν ήξερα ότι με άκουγε ο Θεός, τώρα όμως ήξερα και τι άκουγε και γέμισα ντροπή.
Την ίδια ώρα που είπε "σήκω επάνω" άκουσα μέσα μου τρία δαιμόνια, πιστεύω, να εξαφανίζονται. Του αλκοολισμού, της ναρκομανίας και της βλασφημίας. Αυτό το λέω διότι από εκείνη τη στιγμή, έφυγαν οι επιθυμίες αυτές για πάντα από μέσα μου. Παρόλο που έβριζα συνεχώς, εδώ και 30 χρόνια τώρα δεν βγήκε βρισιά από το στόμα μου. Αυτό κι αν είναι θαύμα.
Μετά την εμπειρία αυτή ήμουν τελείως ελεύθερος. Ένιωθα τόσο ελαφρύς λες και περπατούσα στα σύννεφα. Αυτό έγινε το πρωί της 6ης Ιανουαρίου. Το βράδυ της ίδιας ημέρας, ήταν το πιο ωραίο αίσθημα που ένιωσα ποτέ στη ζωή μου. Λες κι άνοιξαν βρύσες στην κοιλιά μου κι άρχισα να γεμίζω με κάτι που δεν περιγράφεται.
Έχω δοκιμάσει όλες σχεδόν τις απολαύσεις της ζωής, αυτό όμως μέσα μου δεν ήταν γήινο. Δεν σταματούσε να με γεμίζει. Αν ήταν υγρό θα έτρεχε έξω από τα αυτιά, τη μύτη, και το στόμα μου, γιατί υπερχείλιζα.
Συνηθισμένος από την παλιά ζωή μου ακόμη, άναψα έναν τσιγάρο, όπως συνήθιζα, κι αμέσως σταμάτησα. Δεν έβλεπα τίποτα λάθος με το κάπνισμα. Όπως, όμως, είπε κάποιος, αν ο Θεός ήθελε να καπνίζουμε, θα έβαζε τη μύτη μας ανάποδα σαν φουγάρο, για να μην μπαίνει ο καπνός στα μάτια μας.
Όταν διάβασα για πρώτη φορά την Αγία Γραφη, έμεινα με το στόμα ανοιχτό στο κατά Ιωάννη 7:38-39, «Όποιος πιστεύει σε Μένα, όπως είπε η Γραφή, ποτάμια από ζωντανό νερό θα ρεύσουν από την κοιλιά του.Αυτό το έλεγε για το Πνεύμα, που επρόκειτο να παίρνουν αυτοί που πιστεύουν σ' Αυτόν…».
Τώρα, όμως, πίσω στη ΘΕΜΕΑ, επειδή ήδη στην Αγγλία την έπαθα και με έβγαλαν σχιζοφρενή, τώρα εδώ δεν έπρεπε να κάνω το ίδιο λάθος. Αν τους έλεγα τι έγινε, μια σκάλα χώριζε το ψυχιατρείο από το κέντρο αποτοξίνωσης.
Αυτοί υπολόγιζαν να με κρατήσουν για μήνες κι ο Θεός με έκανε καλά μετά από τρεις ημέρες. Κράτησα το στόμα μου κλειστό και δεν είπα τίποτα. Είχα όμως αλλάξει. Τα βρώμικα αστεία που γελούσα με τα παιδιά εκεί τις 3 πρώτες ημέρες, τώρα τα έβρισκα χυδαία.
Η αλλαγή μου ήταν αισθητή, διότι τελικά με κάλεσαν στο γραφείο και μετά από ορισμένες εξετάσεις νοημοσύνης με ρώτησαν: "Θέλεις να φύγεις από εδώ;". Κατευθείαν απάντησα: "Ναι φυσικά!".
Η προειδοποίηση, όμως, ήταν ότι "κανένας δεν έφυγε σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα από εδώ δίχως να επιστρέψει χειρότερα απ’ ό,τι ήταν."
Τότε είπα: "Αν με αφήσετε υπόσχομαι ότι δεν πρόκειται να επιστρέψω εδώ ποτέ!". Και φυσικά, ΔΟΞΑ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΟ κυριολεκτικά, κράτησα την υπόσχεση μου. Μόνο που τώρα μπορούσα να πω τι έγινε και πήρα τηλέφωνο τον κύριο Α. τον ψυχίατρο. Μου όρισε ραντεβού και του είπα τι έγινε.
Μετά που τελειώσαμε είπε: "Βλέπω ότι είσαι μια χαρά και το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι πιστεύω κι εγώ στα θαύματα."
Τίποτα δεν έχουμε να προσφέρουμε στον Θεό εκτός από τις αμαρτίες μας. Κι όμως μόνο αυτό θέλει. Με μια λέξη ΜΕΤΑΝΟΙΑ. Αυτό είναι το μόνο που δεν μπορεί ο Θεός να κάνει για μας. Εσύ, όμως, μπορείς.
Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός μου χάρισε την ειρήνη Του και τη χαρά Του. Δόξα στον Κύριο μας και Θεό μας για όλα αυτά που κάνει στη ζωή μας. Όλη η δόξα Του ανήκει πάντοτε!!!
Σταύρος Κωνσταντίνου