
Ονομάζομαι Άννα Κόλινς και είμαι 17 ετών. Στις 28 Μαρτίου του 2025 πέθανα λόγω του ότι κάποιος με μαχαίρωσε αργά τη νύχτα στον χώρο στάθμευσης ενός εστιατορίου στο Νέο Μεξικό της Αμερικής.
Ήμουν τελειόφοιτη σε λύκειο σε κάποιο προάστειο του Ντάλας στο Τέξας. Ζούσα μια κανονική ζωή. Εκείνη τη μέρα συζήτησα με τη μητέρα μου για τις εξετάσεις SAT που είχα παρακαθίσει για να εξασφαλίσω θέση σε πανεπιστήμιο.
Το όνειρο μου ήταν να σπουδάσω κτηνίατρος στο πανεπιστήμιο Α & Μ του Τέξας, να παντρευτώ και να ζω ήσυχα με την οικογένεια μου σε ένα ωραίο σπίτι.
Η φίλη μου Μάγια κι εγώ σχεδιάζαμε αυτό το ταξίδι για μήνες. Ήταν τον καιρό των ανοιξιάτικων διακοπών μας στο σχολείο. Φυλάξαμε χρήματα γι’ αυτό το ταξίδι με τις οικονομίες που κάναμε στη μερική απασχόληση μας σε μια τοπική υπεραγορά.
Στο ταξίδι μας σχεδιάζαμε να επισκεφτούμε την εξαδέλφη της που ζούσε στο Σάντα Φε της Καλιφόρνιας. Ήταν το πρώτο ταξίδι που θα κάναμε χωρίς τους γονείς μας και ήμασταν πολύ ενθουσιασμένες.
Τραγουδούσαμε στον δρόμο τόσο δυνατά που ο λαιμός μου άρχισε να με πονάει. Σε κάθε σταθμό που σταματούσαμε παίρναμε και αρκετά γλυκά και σοκολάτες και τα τρώγαμε στον δρόμο.
Τη δεύτερη μέρα του ταξιδιού μας, οδηγούσαμε για 10 ολόκληρες ώρες και ήμασταν και οι δυο πολύ κουρασμένες.
Γύρω στις 10.00 το βράδυ είδαμε τη φωτεινή πινακίδα ενός εστιατορίου και σταματήσαμε για να ξεκουραστούμε και να τσιμπήσουμε κάτι για φαγητό.
Το φαγητό ήταν απαίσιο αλλά δεν μας ένοιαζε. Απλά ήμασταν χαρούμενες που δεν ήμασταν μέσα στο αυτοκίνητο. Έστειλα και ένα μήνυμα στο κινητό μου, στον πατέρα μου, πληροφορώντας τον ότι ήμασταν ασφαλείς και πολύ κοντά στον προορισμό μας. Πού να ήξερα ότι αυτό θα ήταν και το τελευταίο μήνυμα που έστελνα στους γονείς μου!
Πληρώσαμε τον λογαριασμό και βγήκαμε έξω για να πάμε στο αυτοκίνητο μας. Ξαφνικά, σαν ήμασταν έξω στον χώρο στάθμευσης του εστιατορίου, παρουσιάστηκε κάποιος νεαρός και κατευθύνθηκε προς το μέρος μας.
Η φίλη μου κι εγώ παγώσαμε. Είχε ένα άγριο παρουσιαστικό. Η φίλη μου, μου είπε, «Δώσε του το πορτοφόλι σου», αλλά αυτός δεν ήθελε τα χρήματα μας.
Ξαφνικά με πλησίασε και χωρίς να το καταλάβω μου επιτέθηκε και με μαχαίρωσε. Ένιωσα το αίμα μου να ρέει από πάνω μου.
Η φίλη μου άρχισε να φωνάζει δυνατά για βοήθεια και σε δυο-τρία λεπτά εμφανίστηκε ένα αυτοκίνητο της αστυνομίας.
Όρμησε ο αστυνομικός προς το μέρος του αλλά αυτός έβγαλε όπλο και ξαφνικά ακούστηκαν δυο πυροβολισμοί και είδα τον άνθρωπο που με μαχαίρωσε να πέφτει στο έδαφος.
Προσπάθησα να σταθώ αλλά δεν μπορούσα, και έπεσα πάλι στο έδαφος. Η φίλη μου έσκυψε από πάνω μου κλαίγοντας, τα χέρια της γεμάτα από το αίμα μου.
«Άννα, μείνε μαζί μου, μη φεύγεις!», μου είπε.
Και ξαφνικά όλα έσβησαν: η φίλη μου, ο αστυνομικός με το όπλο στο χέρι και τον φονιά εκεί κοντά μου νεκρό.
Ο χρόνος σταμάτησε για μένα. Ο πόνος που ένιωθα έφυγε. Δεν ήμουν τρομαγμένη πλέον.
Ένιωσα τον εαυτό μου να φεύγει από το σώμα μου και να αιωρείται στον αέρα. Έβλεπα τα πάντα: τη φίλη μου να κλαίει, τον αστυνομικό, τον φονιά νεκρό, όλο το σκηνικό στον χώρο στάθμευσης, ακόμη και τα μισοφαγωμένα μπέργκερ μας στο τραπέζι του εστιατορίου.
Άρχισα να πηγαίνω προς τα πάνω και να περνώ μέσα από ένα φωτεινό και ήσυχο τούνελ. Μετά από λίγο βρέθηκα σε ένα ωραίο ανοιχτό μέρος γεμάτο φως το οποίο, όμως, δεν με τύφλωνε. Βρισκόμουνα στον Παράδεισο!
Ήταν εκεί, ο Κύριος Ιησούς Χριστός! Το μέρος ήταν γεμάτο με την παρουσία Του. Το παρουσιαστικό Του ήταν φωτεινό σαν τον ήλιο και γεμάτο αγάπη.
Με κοίταξε με αγάπη και συμπόνια χωρίς καμιά κριτική. Ο φόβος μου είχε εξαφανιστεί. Ένιωθα ότι με ήξερε και ήμουν το αγαπημένο Του παιδί.
Ξαφνικά, ο Κύριος με μετέφερε στον χώρο στάθμευσης όπου βρισκόταν ακόμη το σώμα μου.
Ο Κύριος μού έδειξε τον φονιά όχι ως ένα τέρας αλλά σαν ένα παιδί και όλη τη ζωή του σαν σε κινηματογραφική ταινία.
Τον είδα μικρό παιδί να κρύβεται κάτω από το κρεβάτι του ενώ οι γονείς του τσακώνονταν και έβριζαν ο ένας τον άλλον.
Τον είδα στο σχολείο να τον πειράζουν κάποιοι συμμαθητές του και είδα μια μαύρη κουκίδα να έρχεται μέσα του, το αίσθημα της απόρριψης, και εχθρότητας προς τον κόσμο.
Τον είδα να παίρνει τον κακό δρόμο, να αρχίζει να λέει ψέματα, να κλέβει πράγματα και η μαύρη κουκίδα να μεγαλώνει μέσα του.
Είδα μαύρες σκιές να του ψιθυρίζουν άσχημα πράγματα στο μυαλό του και να θέλει να κάνει κακό στους συνανθρώπους του. Οι φωνές στο μυαλό του συνεχώς μεγάλωναν και του έλεγαν δεν σε θέλει κανένας, είσαι άχρηστος και πρέπει να τους κάνεις κακό.
Η καρδιά μου πονούσε γι’ αυτόν, για την κατάντια του.
Ο Ιησούς μού έδειξε, για τον άνθρωπο αυτόν, ότι δεν τον εγκατέλειψε ποτέ και του έστελνε ανθρώπους να του μιλήσουν με αγάπη και με σκοπό να τον οδηγήσουν στον σωστό δρόμο, στον δρόμο του Θεού.
Είδα έναν δάσκαλο του να του λέει, όταν ήταν στην τρίτη τάξη του δημοτικού, ότι ήταν έξυπνος και ικανός να τα καταφέρει στη ζωή του αλλά δεν το δέχτηκε, δεν το πίστεψε.
Τον είδα σε κάποιο μέρος που τάιζαν τους άστεγους να του λέει κάποιος ποιμένας με πολλή αγάπη: «Ο Θεός σε αγαπά, παιδί μου». Όμως, δεν το κράτησε, δεν το δέχτηκε πάλι.
Είδα τη μητέρα του γονατιστή στο κρεβάτι να προσεύχεται για τον γιο της. Οι προσευχές της ήταν σαν χρυσές κλωστές που πήγαιναν προς τον Ουρανό.
Τον είδα να ταξιδεύει σε διάφορα μέρη της Αμερικής γεμάτος από κακία και απόγνωση και διαλύοντας κάθε χρυσή κλωστή που δημιουργούσε η μητέρα του με τις προσευχές της.
Περπατούσε μέσα στο σκοτάδι της απόγνωσης, της απόρριψης και της κακίας, αρνούμενος να δεχτεί το χέρι βοήθειας από τον Θεό για να αλλάξει τρόπο ζωής.
Τον είδα λίγες μέρες προτού με σκοτώσει στον χώρο στάθμευσης, να βρίσκεται στο διαμέρισμα του, να βλέπει τηλεόραση και να αλλάζει τα κανάλια. Τον είδα να παρακολουθεί κάποιον ιεροκήρυκα να μιλά για την αγάπη του Θεού και το μήνυμα να αγγίζει την καρδιά του. Τον είδα να ακούει με προσοχή για έναν ολόκληρο λεπτό και μετά να αλλάζει το κανάλι.
Είχε τόσες ευκαιρίες να αλλάξει τρόπο ζωής και να ακολουθήσει έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο αλλά τις απόρριψε όλες.
Δάκρυσα γι’ αυτόν και λυπήθηκα πραγματικά που ο άνθρωπος αυτός δεν άρπαξε καμιά από τις ευκαιρίες που του έδωσε ο Θεός, και συνέχισε στον δρόμο του σκότους και της αυτοκαταστροφής.
Είδα την ψυχή του ανθρώπου να περιστοιχίζεται μέσα στο σκοτάδι, μέσα στην κακία και απόγνωση, χωρίς να μπορεί να κοιτάξει στο φως του Χριστού και να χάνεται μέσα στο σκοτάδι και να πηγαίνει στην κόλαση.
Ο Κύριος ήταν πολύ λυπημένος γι’ αυτόν, που απέρριψε τόσες φορές την αγάπη Του, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτε. Ο άνθρωπος είχε διαλέξει τον δρόμο του. Ο Θεός μάς έδωσε όλους ελεύθερη βούληση και δεν την παραβιάζει. Δεν μας σώζει με το ζόρι (Α Τιμόθεος 2:4, Ιωάννης 3:16).
Ο Κύριος δεν τον καταδίκασε. Καταδικάστηκε από μόνος του όταν συνέχισε τον δρόμο του σκότους και του εγκλήματος χωρίς να μετανοήσει για τις πράξεις του, και να δεχτεί την αγάπη που του έδειξε ο Θεός διαμέσου πολλών ανθρώπων.
Μετά με κοίταξε ο Χριστός και μου είπε: «Το κακό δεν ξεκινά στη ζωή του ανθρώπου όταν κάνει το κακό, αλλά όταν απορρίψει την αγάπη και το έλεος του Θεού και ακολουθήσει τον δρόμο τον δικό του. Τότε αρχίζει να τον κυβερνά ο σατανάς με το να του βάζει στο μυαλό κακές και τοξικές σκέψεις που τον οδηγούν στην αμαρτία και τα έργα του σκότους!».
Ο Κύριος μου έδειξε όλη την Αμερική. Μου έδειξε ανθρώπους στα σπίτια τους να τσακώνονται και να βρίζουν ο ένας τον άλλο. Η ατμόσφαιρα ήταν γεμάτη από μίσος ενάντια στους πολιτικούς, ενάντια στους γείτονες τους, ενάντια στους συναδέλφους τους στην εργασία κτλ.
Είδα δαιμόνια να ψιθυρίζουν στο μυαλό των ανθρώπων κακά πράγματα για άλλους ανθρώπους και εκείνοι να τα δέχονται και να γεμίζουν με οργή, κακία, φθόνο και μνησικακία ενάντια στους συνανθρώπους τους.
Ο Κύριος Ιησούς μου είπε ότι αυτοί οι άνθρωποι με το να δέχονται αυτές τις κακές σκέψεις στο μυαλό τους για τους άλλους ανθρώπους, ανοίγουν την καρδιά τους στον πονηρό για να τους κάνει ό,τι θέλει και να τους οδηγήσει μακριά από τον Θεό και στην καταστροφή (Ιωάννης 10:10).
Μετά ο Κύριος μού είπε: «Πρέπει να επιστρέψεις πίσω στη γη. Το έργο σου δεν τελείωσε. Να πεις στον κόσμο που θέλει να ακούσει, αυτά που σου φανέρωσα».
Δεν ήθελα να επιστρέψω αλλά ο Κύριος μού είπε να πω στους ανθρώπους να φυλάνε τις καρδιές τους και να επιλέγουν τη συγχώρεση αντί την κακία, την αγάπη αντί το μίσος, και την ευσπλαχνία αντί την αδιαφορία.
Μου είπε ο Κύριος: «Δίδαξε τους ανθρώπους να μάθουν να αγαπούν, να συγχωρούν και να δείχνουν ενδιαφέρον ο ένας προς τον άλλον» (Ιωάννης 13:34-35, Α Ιωάννη 4:16).
Επέστρεψα πίσω στο σώμα μου. Ένοιωθα τώρα τον δυνατό πόνο στο πλευρό από το μαχαίρωμα. Ήμουν διασωληνωμένη και βρισκόμουνα μέσα στο ασθενοφόρο, που με τις σειρήνες του να παίζουν στο διαπασών, πήγαινε ολοταχώς προς το νοσοκομείο.
Η νοσοκόμα άρχισε να φωνάζει: «Αναπνέει. Είναι ζωντανή. Δόξα στον Θεό!».
Έμαθα αργότερα ότι ήμουν κλινικά νεκρή για 11 λεπτά! Ο γιατρός είπε στους γονείς μου ότι δεν υπήρχε καμιά ιατρική εξήγηση. Έπρεπε να ήμουν σαν το φυτό αλλά ο Κύριος Ιησούς με έσωσε και δεν πέθανα σε εκείνο τον χώρο στάθμευσης.
Μου έδωσε ένα ζωντανό μήνυμα να δώσω στους ανθρώπους: «Φυλάγετε τις καρδιές σας. Επιλέγετε την αγάπη αντί το μίσος, τη συγχώρεση αντί την πικρία, την καλοσύνη αντί την κακία, και την αγάπη του Θεού αντί τα έργα του σκότους» (Ιωάννης 3:16).
Δόξα στον Κύριο!!!