Κεντρική σελίδα

 

 

 

Μηνύματα

 

 

 

Αλληλογραφία

 

 

 

Τα πιστεύω μας

 

 

 

Αιτήματα

 

 

 

Προσευχές

 

 

 

Γράψτε μας

 

 

 

Το περιοδικό

 

 



Σαν ένα δεκάχρονο αγόρι, νόμιζα ότι η ζωή ήταν ένας μακρύς αγώνας. Για πέντε χρόνια, οι γονείς μου μετακινούσαν τα 14 τους παιδιά (εγώ ήμουν το ένατο), σε διάφορα μέρη προσπαθώντας να βρουν μια δουλειά. Ζούσαμε σε μικρές καλύβες στην άκρη των πόλεων, οι οποίες μας πρόσφεραν καταφύγιο, αλλά καθόλου ασφάλεια ή άνεση.

Ήμασταν μετανάστες, κι έπρεπε να αγωνιζόμαστε σκληρά για την επιβίωση μας.

Ήταν σε μια τέτοια μετακίνηση που γνώρισα ένα δωδεκάχρονο αγόρι. Οι συχνές μετακινήσεις δεν μου επέτρεπαν να κάνω πολλούς φίλους, αλλά αυτό το αγόρι κι εγώ γίναμε πολύ σύντομα φίλοι. Το να είμαστε μαζί, μας βοήθησε να ανεχόμαστε τις προσβολές των άλλων παιδιών στο σχολείο μας. Αυτό το αγόρι δεν είχε πατέρα, αλλά του άρεσε να ρίχνει ζάρια με τους πιο μεγάλους ανθρώπους στην κατασκήνωση μας, καθώς η μητέρα του δούλευε στα χωράφια.

Ο πατέρας μου με είχε προειδοποιήσει να μένω μακριά από τέτοιου είδους παιχνίδια. Δεν ήμουν σίγουρος γιατί, αλλά μια μέρα άκουσα έναν πυροβολισμό. Μετά είδα ανθρώπους να τρέχουν προς το μέρος όπου συνήθιζε να παίζει εκείνο το αγόρι.

Έτρεξα κι εγώ προς εκείνο το μέρος και είδα τον φίλο μου πεσμένο στο έδαφος, νεκρό. Μερικοί μάρτυρες είπαν ότι ένας άλλος παίκτης είχε πει ότι αυτό το αγόρι του χρωστούσε χρήματα, κι όταν το αγόρι του έδειξε ότι δεν είχε χρήματα, εκείνος ο παίκτης τον πυροβόλησε!

Ο φόνος του αγοριού ήταν η συζήτηση όλων μας για αρκετό καιρό. Δεν μπορούσα να ξεχάσω τον θάνατο του. Αυτό μου έδειξε κάτι το οποίο δεν είχα προσέξει προηγουμένως: ότι δεν μπορούσα να εμπιστευτώ κανένα. Θα έπρεπε να φροντίζω μόνος μου τον εαυτό μου.

Ο θυμός και ο φόβος μου μεγάλωναν όσο περνούσαν τα χρόνια. Και τα αδέρφια μου, επίσης, άρχισαν να θυμώνουν. Ακόμη κι ο πατέρας μου, ο οποίος ήταν ο πιο ευγενικός άνθρωπος, δεν μπορούσε να κρύψει τον θυμό του από το γεγονός ότι δεν μπορούσε να παρέχει ασφάλεια στην οικογένεια του. Αποφάσισε ότι είχαμε μετακινηθεί αρκετά, κι έτσι προσπάθησε να βρει ένα μέρος όπου θα μπορούσαμε να ζούμε μόνιμα.

Ήμασταν τόσο ενθουσιασμένοι. Θα είχαμε ένα δικό μας σπίτι! Δυστυχώς, το καλύτερο που μπόρεσε να βρει ο πατέρας μου ήταν ένας αχυρώνας, τον οποίο ο πατέρας μου ενοικίασε από τον εργοδότη του. Δεν είχαμε θέρμανση, ούτε ηλεκτρισμό. Η μητέρα μου μαγείρευε πάντα νόστιμα φαγητά, αλλά ποτέ δεν ήταν αρκετά για να χορτάσουν την οικογένεια μας.

Συχνά έπρεπε να κλέβω φαγητό για να μπορέσω να χορτάσω. Συνήθιζα να μένω ξύπνιος τα βράδια και να ζητάω από τον Θεό ένα καλύτερο μέρος για να ζούμε. Αλλά καθώς περνούσε ο καιρός και τίποτα δεν άλλαζε, ήμουν πεπεισμένος ότι ο Θεός δεν άκουγε τα φτωχά παιδιά.

Μετά από λίγο καιρό, όταν βρισκόμουν στο λύκειο, γνώρισα κάποιο συμμαθητή μου. Αυτός ο συμμαθητής μου δεν με κορόιδευε για το γεγονός ότι ήμουν ο μεγαλύτερος μαθητής στην τάξη μου. Οι συνεχείς μας μετακινήσεις με είχαν καθηλώσει σε δυο τάξεις πιο κάτω από το κανονικό.

Αυτός ο συμμαθητής μου, μου είχε πει ότι ήταν Χριστιανός, αλλά δεν γνώριζα τι εννοούσε μ’ αυτό. Επειδή ζούσε σ’ ένα μεγάλο σπίτι, είπα στον εαυτό μου ότι το να γίνω Χριστιανός δεν ήταν για μένα.

Το καλοκαίρι, εκείνος ο συμμαθητής μου με κάλεσε σε μια Χριστιανική συνάντηση που γινόταν στο σχολείο μας. «Είμαστε φίλοι», του είπα, «αλλά μιλούσα στον Θεό όταν ήμουν μικρός και δεν μου απαντούσε. Δεν θέλω να έχω καμιά σχέση μαζί Του». Παρόλα αυτά, συνέχισε να με προσκαλεί για μια εβδομάδα περίπου!

Τελικά συμφώνησα να πάω μαζί του, αλλά επέμενα ότι έπρεπε να καθίσουμε στα τελευταία καθίσματα.
Τα λόγια που είπε ο ιεροκήρυκας εκείνο το βράδυ με άγγιξαν. Αυτός ο ιεροκήρυκας είχε πει ότι ο Χριστός θα έκανε τη διαφορά στη ζωή μου εάν ήμουν πρόθυμος να Τον δεχτώ ως Σωτήρα και Κύριο της ζωής μου. Δεν μπορούσα να μείνω άπρακτος.

Έτσι, πήγα μπροστά, κι εκεί, κάποιος μου έδειξε μέσα στην Αγία Γραφή ότι ο Θεός έστειλε τον Γιο Του να πεθάνει στη θέση μου. Προσευχήθηκα και δέχτηκα τον Ιησού Χριστό ως τον Σωτήρα μου. Είχα πάει σ’ εκείνη τη συνάντηση γεμάτος με μίσος και θυμό, αλλά έφυγα γεμάτος με ειρήνη. Ο Θεός είχε αλλάξει τη ζωή μου.

Άρχισα να πηγαίνω στην εκκλησία με τον φίλο μου, και ζήτησα από τον Θεό να με χρησιμοποιήσει για τη δόξα Του. Η οικογένεια μου πρόσεξε αμέσως τις αλλαγές που είχαν γίνει επάνω μου, ιδιαίτερα με τον θυμό μου. Μετά που τους εξήγησα το τι είχε συμβεί, συμφώνησαν ένας - ένας να έρθουν στην εκκλησία μαζί μου.

Άρχισα να προσεύχομαι γι’ αυτούς, και σιγά - σιγά άρχισαν όλοι τους να δέχονται τον Ιησού Χριστό στη ζωή τους! Τώρα, όταν συναντιόμαστε όλοι μας, δεν είμαστε μόνο μια φυσική οικογένεια, αλλά και μια πνευματική οικογένεια.

Μετά από ένα ταξίδι στο Μεξικό έμαθα δυο πράγματα: ότι δεν ήμουν το μόνο παιδί στον κόσμο που είχε μεγαλώσει μέσα στη φτώχεια, και ότι αγαπούσα τους ανθρώπους. Έτσι αποφάσισα να γίνω ιεραπόστολος. Όμως, ο Θεός είχε άλλα σχέδια για μένα. Πήγα στην Αστυνομική Ακαδημία.

Πριν να αρχίσω τη βάρδια μου, προσευχόμουν στον Θεό για ασφάλεια. Το κομμάτι της επιστολής προς Εφεσίους 6:10-18 που μιλούσε για την πανοπλία του Θεού, φαινόταν να ισχύει στην περίπτωση μου. Μετά που διάβαζα αυτό το κομμάτι, ένιωθα ασφαλισμένος. Είχα πολύ περισσότερα από ένα όπλο κι ένα σήμα να με προστατεύουν: είχα τον Λόγο του Θεού, καθώς και τη δύναμη Του.

Το να είμαι Χριστιανός, επηρέασε τη συμπεριφορά μου ως αστυνομικός. Στα 18 χρόνια υπηρεσίας μου, ποτέ δεν χρειάστηκε να γρονθοκοπήσω κάποιον ή να τον πυροβολήσω. Αν και θυμώνω με τον πόνο που μερικοί άνθρωποι προκαλούν στον εαυτό τους και σε άλλους, θυμίζω στον εαυτό μου ότι ο Θεός αγαπά τους αμαρτωλούς, και γι’ αυτό πρέπει να τους αγαπώ κι εγώ.

Όποτε μιλώ, δίνω έμφαση στο ότι εάν οι άνθρωποι είναι πρόθυμοι να υπακούσουν τον Θεό, τότε ο Θεός θα τους χρησιμοποιήσει. Αυτή είναι μια μεγάλη δήλωση, αν σκεφτείτε ότι προέρχεται από κάποιον ο οποίος νόμιζε ότι ο Θεός δεν ακούει τα φτωχά παιδιά.

Αλλά η προστασία που μου έχει δώσει ο Θεός στη ζωή μου με έχει πείσει ότι ο Θεός ακούει, και ότι μπορώ να Τον εμπιστεύομαι. Η συνεχής προσευχή μου είναι να με βοηθήσει ο Θεός να δείξω στους ανθρώπους το τι μπορεί να κάνει γι’ αυτούς, εάν αυτοί είναι πρόθυμοι να παραδώσουν τη ζωή τους σ’ Αυτόν.

Τζ.Α.